| Σεμινάριο στο Λαύριο
Με θέμα τη διαχείριση συγκρούσεων και τη διαμεσολάβηση σε συγκρούσεις θα γίνει το σεμινάριό μας στο Λαύριο για τα μέλη της Τράπεζας Χρόνου κι εθελοντές από κοινωνικές οργανώσεις, αλλά και για την εκπαιδευτική κοινότητα, μαθητές λυκείων κι εκπαιδευτικούς. Ξεκινάμε στις 11 πμ ως τις 14.00, την Κυριακή 17 Φεβρουαρίου, στο χώρο όπου είναι το γραφείο της Τράπεζας Χρόνου. Εγγραφές κάνει η Εύα Γιαννέλου κι επειδή η εκπαίδευση θα είναι διαδραστική όλα τα άτομα θα πρέπει να έρθουν έγκαιρα για να αρχίσει η συνεκπαίδευση με ενημέρωση και δραστηριότητες προσωπικής κατάρτισης και συμμετοχής. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης αφορά όλες τις ηλικίες, όλα τα επαγγέλματα, ιδιαίτερα τους ανθρώπους που φροντίζουν άλλους ή είναι υπεύθυνοι ομάδων. Έχει να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις, την αποτελεσματική διαχείριση του θυμού και της απογοήτευσης, τη διαμεσολάβηση, τη διαπροσωπική επικοινωνία και οριοθέτηση.
Από καρδιάς Μαρτυρία εθελόντριας από την Σερβία
1999. Χρονιά πολύ δύσκολη για τη χώρα μου. 24 Μαρτίου ξεκίνησε το ΝΑΤΟ επίθεση. Ξεκινήσανε οι βομβαρδισμοί της χώρας μου στην πόλη μου. Τότε ήμουνα προσκοπίνα. Το ίδιο βράδυ συγκεντρωθήκαμε όλοι οι πρόσκοποι από το Αλέξινατς και αποφασίσαμε να προσφέρουμε και εμείς τη βοήθεια μας στην πόλη μας. Έγινε μία συνεργασία με τον Ερυθρό Σταυρό. Μία ομάδα γύρω από 25 προσκόπους οργανωθήκαμε σαν πρώτη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. Ο πιο μικρός της ομάδας ήτανε μόνο 17 χρονών και εγώ τότε ήμουνα μόνο 18 χρονών και ο μεγαλύτερος ήτανε 35. Η αποστολή μας είχε για στόχο να οργανώσει τους κατοίκους να πάνε στα καταφύγια να τους ενημερώνουμε πότε η πόλη έχει συναγερμό και πώς πρέπει να λειτουργούνε τότε. Κάναμε επίσης και διανομή στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού δίναμε σε κατοίκους τρόφιμα, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και όλα τα απαραίτητα για την επιβίωση τους. Είχαμε 24ωρη σύνδεση με το στρατό και είχαμε με ακρίβεια ενημέρωση πού βρίσκονται τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ και πώς θα μπορούσαμε να προστατευθούμε.
Ο πιο τρομερός βομβαρδισμός της πόλης μας έγινε για δεύτερη φορά στις 5-4-1999 όταν βομβαρδίσανε το κέντρο τις πόλης και τη λαϊκή αγορά. Ήτανε νύχτα, για λίγα δευτερόλεπτα φωτίστηκε όλη η πόλη σαν μέρα και καιγότανε η μισή αγορά. Όταν σταμάτησαν να πέφτουν οι βόμβες και μάθαμε ότι πάνω από την περιοχή μας δεν υπήρχανε αεροπλάνα , η ομάδα μας ετοιμάστηκε για το έδαφος που χτυπήθηκε . Πήραμε κράνη, βαλίτσες με πρώτη βοήθεια, φτυάρια με όλα τα απαραίτητα επειδή δεν ξέραμε τι μας περίμενε εκεί. Αυτή τη στιγμή κανείς από μας δεν σκέφτηκε φόβο δεν υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο, ξέραμε μόνο ότι κάποιοι χρειαζόντουσαν τη βοήθειά μας. Στην γειτονιά που είχανε πέσει η βόμβες ήτανε τρομερό, δεν υπάρχουνε λέξεις να μπορείς να τις περιγράψεις. Εκεί που ήταν καμιά δεκαριά σπίτια τώρα δεν υπήρχε κανένα μόνο βλέπαμε την φωτιά και τα ερείπια. Από το Κέντρο Υγειάς που ήτανε διπλά είχανε απομείνει μόνο οι τέσσερις τοίχοι. Με μεγάλη προσπάθεια χωρίς κανέναν τραυματισμό βοηθήσαμε γιατρούς και νοσοκόμες να τους βγάλουμε από τα ερείπια. Δυστυχώς εκεί που ήταν τα σπίτια δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός. Είχε 18 άτομα νεκρούς. Ο στρατός οι πυροσβέστες και εμείς από το Ερυθρό Σταυρό τους βγάλαμε. Ήταν όλοι αγνώριστοι, καμένοι και καταπλακωμένοι. Η πόλη μας τυλίχτηκε στο μαύρο αλλά και οι ψυχές μας τυλιχτήκανε στο ίδιο . Μέσα μας πια δεν υπήρχανε παιδικές ψυχές. Αυτή η νύχτα του τρόμου μας έκανε σκληρούς, μεγάλους ανθρώπους που συμμετείχαν στο πόλεμο. Το όνομα της πόλης μας Αλέξεινατς ακούστηκε σε όλα τα κανάλια του κόσμου. Μετά από αυτά τα γεγονότα ερχόντουσαν μεγάλες βοήθειες από παντού.
18-5-1999 μας είχανε ενημερώσει ότι έρχεται μία αποστολή από την Ελλάδα με βοήθεια. Είχαμε πάρει εντολή από το Δήμο ότι θα τους δεχτούμε στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού. Ήμουνα έξω από τα γραφεία. Σταμάτησε ένα πούλμαν με ξένες πινακίδες και είχανε παντού κολλημένες ελληνικές σημαίες. Οι άνθρωποι μόνο που προλάβανε να βγουν από το λεωφορείο και σε λίγα λεπτά μαζεύτηκε παρά πολύς κόσμος γύρω τους. Όλοι αυτοί το μόνο πράγμα που τους ζητάγανε ήταν τα τσιγάρα.. Όλα αυτά παρακολουθούσα από την πόρτα. Προς το μέρος μου ερχότανε ένας κύριος. Μου φαινότανε για πενηνταπεντάρης. Ήτανε πολύ αδύνατος, κοντός, και είχε μούσι. Φόραγε στρατιωτικά ρούχα και ένα στρατιωτικό καπέλο που είχε κολλήσει από πάνω του μια ελληνική σημαία. Είχε ένα πολύ συμπαθητικό πρόσωπο και ένα ωραίο και φιλικό χαμόγελο. Αυτή η εικόνα του Κυρίου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΑΦΙΛΙΑ τότε για μένα ενός ξένου, ενός επισκέπτη μόνο και σήμερα του πεθερού μου, θα μου μείνει για πάντα στη μνήμη μου. Ήρθε κοντά μου, με χαιρέτησε, με αγκάλιασε και με σπαστά Αγγλικά με ρώτησε αν είμαι καλά. Την όλη αποστολή υποδεχτήκαμε στην αίθουσα επίσκεψης. Στην αποστολή ήταν και δυο γυναίκες, που ερχόντουσαν συνεχεία κοντά μας και μας αγκάλιαζαν. Τους εξηγήσαμε τι δουλειά κάνουμε και πώς περνάνε οι μέρες του πολέμου. Τους δείξαμε τα καταφύγια που είχαμε φτιάξει και πώς τα είχαμε διακοσμήσει για να είναι ευχάριστα για τα μικρά παιδιά. Σε όλους αυτούς τους ανθρώπους στα μάτια μπορούσες να δεις μία ειλικρινή στεναχώρια και πόνο και ούτε στιγμή δεν μας δείξανε φόβο για τις ζωές τους επειδή ήταν σε μια χώρα που είχε πόλεμο. Τις λίγες ώρες που ήμαστε μαζί νιώθαμε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια αν και υπήρχε ένα μεγάλο εμπόδιο στην επικοινωνία μας λόγω γλώσσας. Όταν ξεφορτώσανε το φορτηγό με την βοήθεια που φέρανε, αναχωρήσανε για την χώρα τους. Ήτανε η πρώτη μας γνωριμία με ανθρώπους από το Λαύριο.
Το Αλέξινατς σύνολο 6 φορές βομβαρδίστηκε και είχε 20 νεκρούς στους όποιους ήτανε και ένα παιδί 4 ετών και είχε 80 τραυματίες. Στην περιοχή μας είχανε πέσει 41 βόμβες και μόνο 11 από αυτές δεν κάνανε έκρηξη.. Όλα αυτά είχανε συμβεί σε μία μικρή πόλη που ήτανε κάποτε πόλη μεταλλωρύχων. Υπήρχε τότε και υπάρχει ακόμα ερώτηση γιατί χτυπήσαν το Αλέξινατς? Η ομάδα μου, οι πρόσκοποι μείναμε ακριβώς 100 μέρες στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού μέρα νύχτα, είχαμε ξεχάσει τα σπίτια μας, τις οικογένειες μας, τους φίλους μας.
Σα μια καλά οργανωμένη ομάδα, μας ήρθε μια πρόσκληση από τον Ερυθρό Σταυρό της Σερβίας να πάμε στα σύνορα του Κοσσόβου να βοηθήσουμε πρόσφυγες από το Κόσσοβο. Πήγαμε 10 άνδρες και 3 κοπέλες. Καθημερινά δεχόμαστε στα σύνορα εκατοντάδες Σέρβους που ήταν αναγκασμένοι από τους Αλβανούς να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχανε τίποτα μαζί τους. Κάποιοι ήταν και σοβαρά τραυματισμένοι από τη βία τον Αλβανών. Ήτανε τόσο τρομακτικό μόνο που έβλεπες αυτούς τους ανθρώπους. Φωνές , κλάμα, αίμα ακόμα είναι στο μυαλό μου και εκεί θα μείνουν αυτά, δε θα σβήσουν ποτέ. Ανοίγαμε σκηνές, τους στρώναμε τα στρώματα, κάποιους τους πηγαίναμε στα σχολεία, τους πηγαίναμε ρούχα, τροφές, παίζαμε με τα παιδάκια, με τα μωρά. Αυτή η αποστολή κράτησε δέκα μέρες. Επιστρέψαμε στο Αλέξινατς. Εκεί μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη που μας έκανε όλους χαρούμενους. Ο Δήμος του Αλέξινατς είχε κανονίσει με ανθρώπους από το Λαύριο δεύτερη συνάντηση και όχι μόνο αυτό, θα φέρνανε πάλι μια βοήθεια και θα παίρνανε και μας στην Ελλάδα για διακοπές. Μετά από όλα αυτά που είχαμε περάσει αυτό ήταν σαν ένα όνειρο.
Είκοσι μέρες στο Λαύριο. Αύγουστος 1999 για όλους εμάς αξέχαστος μήνας . Αυτοί οι άνθρωποι για μας δεν ήταν πια ξένοι. Ήταν φίλοι μας. Νιώθαμε μαζί τους μια σιγουριά, μια προστασία. Όλοι ήταν πιο μεγάλοι από μας, αυτό όμως δεν έλεγε τίποτα. Παίζανε μαζί μας σαν παιδιά, χορεύαμε όλοι μαζί, γιορτάζαμε γενέθλια. Όλος ο ελεύθερος χρόνος τους ήταν αφιερωμένος μόνο σε μας. Μας κάνανε δικά τους παιδιά. Μας πήγαιναν βόλτες, εκδρομές. Είχαμε ξεχάσει όλες τις δύσκολες μέρες του πολέμου. Αυτές οι είκοσι μέρες περάσανε τόσο γρήγορα και δεν καταλάβαμε πώς. Μας επέστρεψαν στο Αλέξινατς. Ο αποχαιρετισμός ήταν με μεγάλη στεναχώρια και κλάματα. Μεταξύ μας αποχτήσαμε καινούργιους, αληθινούς φίλους.
Οι καινούργιες γνωριμίες απόχτησαν και καινούργιες αγάπες. Ένας πόλεμος μου έφερε τύχη να γνωρίσω και τον άνδρα μου. Αυτή η μεγάλη αγάπη με έφερε εδώ στην πόλη σας στο Λαύριο. Από το 2002 είμαι παντρεμένη εδώ. Λέω με μεγάλη μου χαρά ότι είμαι κάτοικος Λαυρίου. Όμως δεν σταματάνε εδώ οι συνεργασίες του Αλέξινατς και του Λαυρίου. Το 2003 όλοι μαζί κάναμε μια μεγάλη προσπάθεια και ιδρύσαμε ένα Σύνδεσμο φιλίας στο Λαύριο και ένα στο Αλέξινατς. Κάθε χρόνο γίνονται ανταλλαγές από τις δυο πόλεις. Άνθρωποι από το Λαύριο και εγώ μαζί τους το Μάιο του 2004 συγκεντρώσαμε μεγάλη βοήθεια για το Κόσσοβο. Είχα μεγάλες δυσκολίες λόγω που μωρού να παρακολουθήσω την αποστολή. Μέσα μου ήξερα ότι ήμουνα υποχρεωμένη λόγω του λαού μου και αποφάσισα και πήγα μαζί τους.
Αυτή η σύνδεση και αυτή η φιλία έπρεπε να φτάσει σε μια κορυφή. Μετά από μεγάλο αγώνα οι Δήμοι μας υπογράψανε αδελφοποίηση το Ιούνιο του 2007 στο Αλέξινατς. Είχα συμμετοχή πάντα σε όλες τις αποστολές και σε όλες τις εκδηλώσεις που γινόντουσαν και στο Λαύριο και στο Αλέξσινατς. Πάντα μέσα μου ένιωθα μεγάλη χαρά επειδή ήξερα ότι κάνω κάτι για την χώρα μου, για την πόλη μου, για το λαό μου.
Σήμερα είμαι στην διοίκηση του Συνδέσμου στο Λαύριο και είμαι περήφανη για αυτό που κάνω. Όλοι που προσφέρουμε μια βοήθεια για μας μπορεί να είναι μικρή αλλά για κάποιους είναι μεγάλη. Θέλω να ευχαριστήσω όλους που συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια και είναι πάντα μαζί μας όταν τους χρειαζόμαστε. Επίσης ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου όλους τους κατοίκους του Λαυρίου για ότι κάνανε για την χώρα μου και ιδιαιτέρως ευχαριστώ το Δήμο Λαυρεωτικής και το Δήμαρχο και φίλο Δημήτρη Λουκά.
|