Παραγγείλετε το
         Ημερολόγιο μας

 

Ευχαριστούμε θερμά



 
 

Νίκη Ρουμπάνη
ΜΚΟ Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης-Εκπαιδευτικός

«Ρατσισμός-Ξενοφοβία-Ανεκτικότητα»


Η προσέγγισή μου απέναντι στο ζήτημα του ρατσισμού είναι διττή: από τη σκοπιά του εθελοντή σε ευρωπαϊκό επίπεδο με εμπειρία 32 ετών και ταυτόχρονα από τη σκοπιά του εκπαιδευτικού με 28ετή θητεία στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Με την πλούσια εμπειρία που προσφέρουν αυτές οι δύο ιδιότητες για τα θέματα του ρατσισμού και τα θέματα της ξενοφοβίας και της διαφορετικότητας αλλά και η ανάγκη που με υπέβαλαν για σύνθεση του διαφορετικού λόγου,  οδηγούμε να ξεκινήσω την παρουσίασή μου από αυτό που ονομάζουμε ‘ταυτότητα’: αφορά το προσωπικό διακυβευόμενο και την προσπάθεια που κάνουμε  να κατανοήσουμε την τόσο γρήγορη αλλαγή στις κοινωνίες μας και παράλληλα μία τόσο μεγάλη διαρκή αλλαγή που γίνεται σήμερα στη νομική πλαισίωση της ζωής μας.

Μέσα από προσωπικά βιώματα, γνώρισα μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου που έφυγα από την Ελλάδα τις εθελοντικές οργανώσεις. Ως ‘παράνομη’ εργαζόμενη στην Αγγλία το 1975, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν Κοινή Αγορά, έγινε βιωματικά σαφής η σημασία της κατοχύρωσης δικαιωμάτων που συνδέονται με την ίση μεταχείριση στο χώρο της σχηματιζόμενης Ευρώπης. Ο άνθρωπος, είτε είναι άντρας είτε γυναίκα έχει δικαίωμα να συνδυάζει και την προσωπική και την επαγγελματική του ζωή μέσα σε ένα χώρο ευρωπαϊκό όπου καθένας θα μπορεί να κινείται, να μορφώνεται, να συνδιαλέγεται... Γι αυτό χρειάστηκε να αγωνιστώ για να επιβιώσω προσωπικά αλλά  και αυτά υπερασπίζομαι και στο πρόσωπο οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου ζει σήμερα στην Ελλάδα και βιώνει τον ρατσισμό είτε φυλετικό είτε θρησκευτικό, είτε επειδή ανήκει σε μειονοτική ομάδα. Ιδιαίτερα αν είναι ένα παιδί που απλά θέλει να το αγκαλιάσουν οι άνθρωποι και δεν το αγγίζουν, το προσπερνάνε γιατί είναι τσιγγανάκι ή ξένος .

Το προσωπικό διακυβευόμενο εκείνης της εποχής που με χάραξε ως νέα γυναίκα ήταν το νέο του πραξικοπήματος στη Χιλή, ενώ ταυτόχρονα, στην Ευρώπη, πλήθαιναν οι φωνές που διεκδικούσαν μία Ευρώπη των Πολιτών, δηλαδή  μια ένωση πολιτική και όχι μόνο αγοράς.
Αυτή η εμπειρία με ακολουθεί μέχρι σήμερα και ελπίζω, ως εκπαιδευτικός, να κατορθώνουμε να δίνουμε δημιουργικά μέσα από την εκπαίδευση αυτές τις εικόνες και τις προκλήσεις της εποχής που ζήσαμε στους νέους.

Στην Ελλάδα, το νομικό πλαίσιο είναι σαφώς λιγότερο προωθημένο στα θέματα μεταναστών από το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας. Ένας σημαντικός λόγος είναι το γεγονός ότι οι βόρειες χώρες  έμαθαν γρηγορότερα να προσαρμόζονται στη διαφορετικότητα και επίσης ότι οι πολίτες τους συνήθισαν στο να βάζουν το νόμο, το κράτος δικαίου και τις ευθύνες τους πάνω από τις προσωπικές σχέσεις. Πρόκειται  για χώρες ιμπεριαλιστικές, με αποικίες στην Αφρική και την Ασία και με ιστορία καταδυνάστευσης του ανθρώπου. Όμως αφομοίωσαν διδάγματα από συγκρούσεις αλλά και από συνύπαρξη πριν από εμάς.
 Όταν η Μεγ. Βρετανία βρισκόταν στο απόγειό της ως Παγκόσμια Δύναμη, παιδιά στην Αγγλία ζούσαν, όπως περιγράφει ο Ντίκενς, υπό καθεστώς εκμετάλλευσης,  μέσα σε ορυχεία και πέθαιναν σε ηλικίες 9 και 12 ετών.
Αργότερα οι γηγενείς των χωρών, οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί άρχισαν να πηγαίνουν στις αποικιοκρατικές χώρες και να διεκδικούν δικαιώματα και οι Βόρειες Χώρες, έμαθαν να δημιουργούν δίκαιο, ώστε να μπορούν οι πολίτες να συνυπάρχουν.
 
Η Ελλάδα συνιστά, παραδοσιακά, χώρα αποστολής μεταναστών. Η υποδοχή μεταναστών στην Ελλάδα οδήγησε στην προσαρμογή στη διαφορετικότητα με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Αυτό ξεκίνησε από τους μεγάλους αριθμούς προσφύγων στις αρχές και τα μέσα του 20 αιώνα, που ήλθαν από τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο.
 .
Έχοντας τη μεγάλη τύχη να έχω ως καθηγήτρια μία πρόσφυγα από την Αίγυπτο, τη συγγραφέα Ελένη Βοϊσκου, διαπίστωσα πώς βίωσαν το ρατσισμό οι άνθρωποι αυτοί στην Ελλάδα. Τον πρώτο ρατσισμό τον εφάρμοσε η Ελλάδα στους Έλληνες που ήλθαν να ζήσουν ως πρόσφυγες,  πράγμα που εκφράζεται ως παράπονο στη λογοτεχνία, στα βιβλία και στα ποιήματά τους.
Αυτή η αντιμετώπιση δεν συνιστά σπάνιο, ούτε ιδιαίτερο γνώρισμα της Ελλάδας. Χρήματα τα οποία προορίζονται για τους πρόσφυγες από διεθνείς συνθήκες δεν πήγαν στους πρόσφυγες ποτέ και από την άλλη μεριά υπήρχε η μεγάλη αγκαλιά, η μεγάλη ζεστασιά απλών ανθρώπων σε κάθε περιοχή της Ελλάδας που έκαναν τη ζωή τους δυνατή και την προκοπή τους επίσης δυνατή.
Λόγω του ανεπαρκούς κοινωνικού και νομικού πλαισίου, η ένταξη των προσφύγων επαφίετο, και σε ένα βαθμό ακόμη στηρίζεται, στον λεγόμενο «πατριωτισμό» των ολίγων φιλότιμων είτε τοπικών γειτόνων, είτε τοπικών αρχόντων.
 
Η Ελλάδα όμως είναι μέλος αυτή τη στιγμή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα,  μία Κοινότητα για την οποία έχουμε αγωνιστεί πάρα πολύ έτσι που ο νόμος που υπάρχει να είναι και ένας νόμος που να διδάσκει. Τουλάχιστον λοιπόν τα τελευταία επτά χρόνια στην Ευρώπη υπάρχουν δύο ειδών νόμοι, ‘Οδηγίες’ και ‘Κανονισμοί’ όπως ονομάζονται, οι οποίοι, σύμφωνα με τις αρχές της Συνθήκης του Άμστερνταμ και ειδικότερα του άρθρου 13, απαγορεύουν κάθε μορφή διάκρισης φύλου, φυλής, σεξουαλικής προτίμησης.
Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο ενσωμάτωσε στο δίκαιό της και η Ελλάδα, κάνοντας δύο προσαρμογές στη νομοθεσία της, μία ως προς τα θέματα του ρατσισμού και της διαφορετικότητας, με βάση κοινοτική Οδηγία, και μία άλλη για τα εργασιακά θέματα. Η προσαρμογή της Ελλάδος υπήρξε ιδιαίτερα αργή.

Το πρόβλημα στην Ελλάδα  είναι ότι από τη νομοθεσία μέχρι την εφαρμογή ακόμη υπάρχουν πάρα πολλά κενά. Ένα πρόβλημα που δημιουργεί και τα κενά είναι ότι η λέξη ‘ρατσισμός’ στην Ελλάδα δεν χρησιμοποιείται ποτέ. Οι Έλληνες αυτοαποκαλούνται αντιρατσιστές και δεν παραδέχονται την ύπαρξη αυτού που, σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, αποκαλείται ρατσισμός.
Μάλιστα, στην Ελλάδα το φαινόμενο αποκαλείται ξενοφοβία. Ξενοφοβία σημαίνει «αυτός φταίει που είναι ξένος». Η ξενοφοβία είναι ένας όρος ο οποίος υποκρύπτει το ρατσισμό. Είναι καλύτερα να το πούμε ρατσισμό γιατί έτσι  θα πάμε στην αντιμετώπισή του με θετικά μέτρα .

Πέρα από τους νόμους υπάρχει ένα ολόκληρο κομμάτι ευρωπαϊκής πολιτικής που ονομάζεται θετικά μέτρα. Η διαφορά από την ισότητα στη νομοθεσία μέχρι τα θετικά μέτρα είναι διαφορά και νομική αλλά και πολιτισμική.
Συνιστά διαφορά πολιτισμού διότι, η παραδοχή για την ανάγκη ανάληψης θετικών μέτρων, σημαίνει στην πράξη την εφαρμογή άνισων δράσεων ώστε να επιτευχθεί η ισότητα. Αυτή η πρακτική, θυμίζει το παράδειγμα των δρομέων στο στάδιο οι οποίοι δεν ξεκινούν από το ίδιο σημείο εκκίνησης.
Αυτός που έχει να κάνει μικρότερο κύκλο θα ξεκινήσει πιο πίσω, αυτός που έχει να κάνει τον μεγαλύτερο κύκλο θα πάει πιο μπροστά.Με την ίδια λογική, όταν ένα παιδί από άλλη χώρα, μη γνωρίζοντας τη γλώσσα, καλείται να φοιτήσει στην Α’ Λυκείου σε ελληνικό σχολείο, χρειάζεται η λήψη θετικών μέτρων ώστε να ενταχθεί στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση. Με βάση το προηγούμενο παράδειγμα, το παιδί αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αθλητής που θα χρειαστεί να κάνει μεγαλύτερο κύκλο ώστε να τερματίσει. Σημειώνεται δε, ότι αυτού του είδους τα θετικά μέτρα δεν είναι αυτονόητα. Στην αρχή μάλιστα είπανε ότι θετικά μέτρα είναι διακρίσεις. Σιγά σιγά έγιναν αποδεκτά αλλά στην Ελλάδα έχουμε ελλείψεις θετικών μέτρων σε πάρα πολλούς τομείς.

Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισε και το γυναικείο κίνημα στην αποδοχή των θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα των ποσοστώσεων. Οι τελευταίες χαρακτηρίσθηκαν ως άδικες. Στην πράξη μερικές φορές μπορεί να μην έχουν θεαματικά αποτελέσματα, εάν δεν συνεπικουρούνται από  την ισότητα και καταπολέμηση στερεοτύπων στην εκπαίδευση, από τη συνεργασία των πολιτών με το κράτος και από τη συνεργασία της Τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι σημαντικό όμως να επισημανθεί, ότι δίχως την ανάληψη θετικών μέτρων δεν πραγματοποιείται πρόοδος σε καμία περιοχή του κόσμου.

Στα πλαίσια της ανάληψης θετικών μέτρων, υπήρχαν και μέτρα στον τομέα της εκπαίδευσης, τα οποία, χάρη στην πρωτοβουλία συγκεκριμένων προσώπων από όλους τους πολιτικούς χώρους, προχώρησαν γρηγορότερα και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός χώρου όχι απλά ανοχής, αλλά χώρου στον οποίο τα παιδιά εδικαιούντο να μορφώνονται και να προχωρούν ισότιμα.
Παρά τις ελλείψεις που ομολογουμένως υπάρχουν, τα αποκαλούμενα ως θετικά μέτρα προχώρησαν περισσότερο στην εκπαίδευση, από ότι σε άλλους χώρους της ελληνικής κοινωνίας.
 
Χαρακτηριστικό της έλλειψης ευαισθησίας είναι το ακόλουθο παράδειγμα : στον τελευταίο νόμο υπάρχει σχεδόν αυτούσια η επανάληψη των ευρωπαϊκών ρήσεων για την ισότητα και για την ένταξη των πολιτών (π.χ. απαγορεύεται η κάθε μορφής έμπρακτη διάκριση κ.λ.π.) Στην πράξη όμως, οι μετανάστες Βουλγαρικής και Ρουμανικής καταγωγής, νέοι ευρωπαίοι πολίτες, αντιμετωπίζουν συχνά την άσχημη μορφή της γραφειοκρατίας. Εάν επισκευθεί ποτέ κανείς την Πέτρου Ράλλη, θα έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει την ταλαιπωρία που υφίστανται οι μετανάστες στη χώρα μας, περιμένοντας ατελείωτες ώρες από τα ξημερώματα για να εξυπηρετηθούν.
Είναι, πραγματικά, άξιον απορίας, γιατί θα πρέπει να υποβάλλονται, οι μετανάστες στην Ελλάδα, σε αυτή την καθημερινή δοκιμασία την οποία, κανείς Έλληνας δεν θα δεχόταν να υποστεί. Ενώ αυτή η κακομεταχείριση των μεταναστών θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί με αριθμούς προτεραιότητας.
Η ίδια αντιμετώπιση υφίσταται και στα αστυνομικά τμήματα, όπου άντρες και γυναίκες μετανάστες υποχρεούνται συχνά να διαμένουν στον ίδιο χώρο, όταν συλλαμβάνονται για  εξακρίβωση στοιχείων.
Κατά τη διάρκεια αυτής της κράτησης, οι γυναίκες συχνά διανυκτερεύουν στους ίδιους χώρους με πολλούς αγνώστους άνδρες, δίχως να υπάρχει ο στοιχειώδης σεβασμός στις ιδιαίτερες ανάγκες που έχει μία γυναίκα.

Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα, κάτι που δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κανείς. Όπως και στον τομέα της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, ένα πεδίο στο οποίο η Ελλάδα ανθεί, παρά τις ελλείψεις μας στις εξαγωγές, οι μετανάστες υφίστανται διάκριση.
Αυτό συμβαίνει διότι με τον καινούριο νόμο, όποιος μετανάστης επιθυμεί να ξεκινήσει μία επιχείρηση, θα πρέπει να διαθέτει, ως κεφάλαιο κίνησης, το ποσό των 60 χιλιάδων ευρώ ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία σύστασης μιας επιχείρησης, πράγμα αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί στην πράξη και από οποιονδήποτε Έλληνα..
Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι, ανάλογος περιορισμός δεν ισχύει για τους Έλληνες υπηκόους.
 
Το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, έχει συχνά αντιμετωπίσει παρόμοια περιστατικά διάκρισης και συναντά συχνά άτομα τα οποία έρχονται στην Ελλάδα γεμάτα ελπίδες και καταλήγουν να υφίστανται οικογενειακή κακοποίηση.
Συγκεκριμένο παράδειγμα είναι πρόσφατη περίπτωση που χειρίστηκε το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης,  διευθύντριας του μεγαλύτερου ραδιοφωνικού σταθμού στη Ρουμανία, η οποία παντρεύτηκε Έλληνα και ήλθε στην Ελλάδα μετά από αρκετά χρόνια γάμου, όπου και ξεκίνησε η σωματική κακοποίηση από τον σύζυγο και την οικογένειά του.
Η γυναίκα αυτή κατέληξε να είναι καταθλιπτική και στράφηκε στην οργάνωση, η οποία της παρείχε νομική και ψυχολογική υποστήριξη. Όλα πήγαν καλά και η γυναίκα αυτή επιθυμεί μια επαγγελματική αποκατάσταση. Παρά τις αξιοσημείωτες σπουδές και τα προσόντα της, η ρήτρα των 60 χιλιάδων ευρώ αποτελεί εμπόδιο στα επιχειρηματικά της όνειρα για ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση μιας νέας γυναίκας από τη Ρωσία, η οποία επίσης αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα, στην προσπάθειά της να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά στην Ελλάδα. Πρόκειται για μία πανέξυπνη και άρτια καταρτισμένη γυναίκα, η οποία πέρασε από τα προγράμματα του Δικτύου και επιθυμούσε να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά. Για ποιο λόγο, άραγε, να υφίσταται και αυτή τον περιορισμό των 60 χιλιάδων ευρώ;

Εδώ λοιπόν τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: για ποιο λόγο θεωρείται η επιχειρηματικότητα των μεταναστών ως ανταγωνιστική απέναντι στην ελληνική; Οι μελέτες δείχνουν ότι οι αλλοδαποί που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στην Ελλάδα είναι νέοι 25-30 ετών. Με ποια λογική εμποδίζουμε τη νεανική αυτή επιχειρηματικότητα ;

Στην Ελλάδα, έχουν γίνει πολλά βήματα σε ένα κομμάτι του γενικότερου ζητήματος της εκμετάλλευσης, με το οποίο  το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης ασχολείται ιδιαιτέρως, τη σωματεμπορία. Η πρόοδος σε αυτό το πεδίο έχει σημειωθεί μόλις τους τελευταίους μήνες. Με θύματα σωματεμπορίας, είχα την ευκαιρία να συναντηθώ σε διασκέψεις στο εξωτερικό και στη Βοσνία, την Πρ. Γιουγκοσλαβία και στην Ουκρανία. Όταν γυρίζουνε πίσω μιλάνε για την Ελλάδα. Αυτές οι νέες κοπέλες όταν φεύγουνε από αυτό το πρόβλημα  μπαίνουν στη χώρα τους στην παραγωγή, δραστηριοποιούνται. Δυστυχώς, συχνά, η εικόνα που αποκομίζουν τα θύματα από την Ελλάδα,  είναι ιδιαίτερα αρνητική. Αυτό, είναι κάτι που δεν νομίζω ότι το επιθυμούμε, ως Έλληνες. Θα θέλαμε να φεύγουν πίσω και να λένε ‘στην Ελλάδα με στήριξαν, στην Ελλάδα με βοήθησαν, στην Ελλάδα μου έδωσαν δύναμη’.

Πολλοί υποστηρίζουν πως αυτό δεν είναι θέμα ρατσισμού, δεν συνδέεται με το ρατσισμό αλλά είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθούν οι γυναίκες. Η εμπειρία μου, ως μέλος του Δ.Σ. του Ευρωπαϊκού Αντιρατσιστικού Δικτύου επί τέσσερα έτη, οδήγησε σε αντιπαράθεση σχετικά με αυτό το ζήτημα.
Η σωματεμπορία κατά την γνώμη μου συνιστά ρατσισμό. Ο ρατσισμός φαίνεται από την ισότιμη στήριξη της ζωής, ανεξάρτητα από προέλευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι εκτελέσεις Ρώσων και Σλάβων κρατουμένων από Γερμανούς έφτασαν το 57% σε αντίθεση με το ποσοστό εκτελέσεων των Γάλλων και Άγγλων κρατουμένων που ήταν μόλις 3,5%.
Η Ευρώπη που οικοδομείται έχει μία ιστορία ρατσισμού πίσω της. Εάν δεν αναγνωρίσουμε το πρόβλημα και εάν δεν δούμε τις ρίζες του δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε. Σήμερα στην ελληνική επαρχία  η ‘Βουλγάρα’ και  η ‘Ρωσίδα’ είναι συνώνυμα της πόρνης. Αυτό είναι ρατσισμός.

Έχοντας μολύνει του νεαρούς Έλληνες και τις νεαρές Ελληνίδες με την ανοχή απέναντι στο ρατσισμό, έχουμε οδηγήσει στον εξευτελισμό της γυναικείας υπόστασης των αλλοδαπών νέων γυναικών. Στα πλαίσια αυτής της απαξίωσης κάθε ανάγκης αυτών των νέων γυναικών να ονειρευτούν, να περπατήσουν με την συντροφιά ενός νέου  στο φως του φεγγαριού, να βιώσουν όλα τα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν έναν νέο άνθρωπο, τους έχουμε στερήσει τη θεμελιώδη ανάγκη κάθε ανθρώπου να ταξιδέψει στο ρομαντισμό. Η Βουλγάρα ή η Ρωσίδα στη χώρα μας, δεν «δικαιούνται» να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τις Ελληνίδες.
Αυτά τα παιδιά είναι νιάτα, είναι νιάτα πολύτιμα για την ανθρωπότητα. Όχι μόνο για την χώρα τους, και για μας και για την ανθρωπότητα. Αν δε δούμε αυτό που γίνεται δεν μπορούμε να σώσουμε ούτε αυτά τα παιδιά, ούτε τα δικά μας παιδιά.

Τελειώνοντας, είναι σημαντικό να γίνει μια αναφορά  στα ζητήματα εκπαίδευσης. Στα σχολεία σήμερα, ακούγεται η ελληνική γλώσσα από όλα τα στόματα, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχει ο πλούτος των 7 και 8 διαφορετικών μητρικών γλωσσών. Μέσα στην ίδια τάξη μπορεί να μιλάνε ρουμάνικα, βουλγάρικα, αλβανικά, ρώσικα, ουκρανικά, αγγλικά, γαλλικά.

Το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης δημιουργεί  και επιμορφώνει σε πρόγραμμα διαδραστικής μάθησης μέσα από το παιχνίδι. Με αυτό τον τρόπο, οι νέοι μαθητές έρχονται σε επαφή με αυτό τον πλούτο κατανοώντας τη σημασία και την αξία της συμβίωσης στον ίδιο τόπο με φορείς πολιτισμών από όλο τον κόσμο.
Εάν η εκπαίδευση όμως δεν αναδείξει τον πλούτο της συνύπαρξης ανθρώπων με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές και απλώς αντιμετωπίσει την παρουσία των νέων μεταναστών ως ενσωμάτωση, τότε θα αντιμετωπίσει την απώλεια «διεθνών πρεσβευτών» για την Ελλάδα, μια χώρα με παράδοση στην ύπαρξη μετοίκων. Αυτοί οι μέτοικοι της Περσικής Αυτοκρατορίας, της Αιγύπτου, της Ιταλίας συνέβαλαν στο θαύμα της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι σημαντικό να δούμε την Ελλάδα ως μια χώρα μετοίκων, τους οποίους η ελληνική κοινωνία δεν καλείται απλώς να τους ανεχτεί ή να τους διευκολύνει, αλλά να δεχθεί τις επιρροές τους εμπλουτίζοντας την κουλτούρα και τον πολιτισμό με τη δική τους προίκα. 
 
Ως προς το ισχύον νομικό πλαίσιο για τα θέματα μεταναστών και προσφύγων, σημαντικό και χρήσιμο είναι το σύγγραμμα της Κας Ζωής Παπασιώπη-Πασιά, καθηγήτριας στο μεταπτυχιακό τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, ’Βασικοί Νόμοι Δικαίου Καταστάσεως Αλλοδαπών’6η έκδοση, εκδ. Σάκκουλα,  το οποίο αναφέρεται στους βασικούς νόμους για την κατάσταση αλλοδαπών, διευκολύνοντας τον αναγνώστη αναφορικά με το ισχύον καθεστώς προστασίας που προβλέπει η Ελληνική νομοθεσία μαζί με  συναφείς εγκυκλίους.